ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ

 

  Ένας παραλληλεπίπεδο δωμάτιο μήκους 11 μέτρων, πλάτους 4, ύψους 3,20. Η είσοδος (0,80x1,90 εκ) στο κέντρο της μίας μικρής πλευράς. Απέναντι προβάλλεται μια θάλασσα με ορίζοντα, που το κύμα της σκάει στο δάπεδο. Στο κέντρο της θάλασσας, ανάμεσα στα κύματα, καίει άσβεστος φλόγα. Στους τοίχους των δύο μεγάλων πλευρών είναι γραμμένα απνευστί, με το γραφικό μου χαρακτήρα, τα 700 θεωνύμια. Η αντιγραφή αυτών των «θεοσημείων», προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και προσευχής. Ακούγεται ο ήχος της θάλασσας, ενώ η δική μου φωνή διαβάζει τα θεωνυμία στο ρυθμό του παφλασμού των κυμάτων. Ο λόγος που γράφεται εκφωνείται. Στο δάπεδο του χώρου –κεντρικά– και με φορά προς τη θάλασσα τοποθετούνται ζευγάρια από χρησιμοποιημένα παπούτσια –από ανθρώπους που «περπάτησα» μαζί τους- διατεταγμένα σε επτάδες που καταλήγουν στο κύμα. Τη ρυθμική διάταξη διαταράσσουν δυο ζευγάρια παπουτσιών –ένα ανδρικό και ένα γυναικείο- τοποθετημένα σε κάθετα προς τη φορά των υπολοίπων, αντικριστά, με τις μύτες τους ν’ ακουμπούν. Η θέση τους είναι περίπου στο κέντρο της διάταξης. Το δάπεδο, σκεπασμένο με χαλίκι θαλάσσης , δυσκολεύει το περπάτημα στους περιμετρικούς διαδρόμους. Στον τοίχο της εισόδου, ένθεν και ένθεν, και έξω από τον χώρο υπάρχουν όλα τα ονόματα των « δωρητών» των παπουτσιών.

1. Το πατρικό μου σπίτι στην Χαλκιδική κτίστηκε το 1890 από τον παππού Νικόλα, σλαβόφωνο Έλληνα από την Βέροια. Η σάλα είχε ακριβώς 11 μέτρα μήκος, 4 πλάτος και 3,50 ύψος. Ο παππούς ήταν έμπορος, ταξίδευε πολύ : ο Άγιος Νικόλαος, ο πολιούχος της πόλης μας – προστάτης των θαλασσών – ήταν γεμάτος από δωρεές του παππού. Πρόσφατα ξαναείδα το χρυσοποίκιλτο Ευαγγέλιο στο δεξί ψαλτήρι, που είχε φέρει ο παππούς από την Οδησσό. Στον πρόναο υπάρχει η μαρμάρινη πλάκα των Δωρητών, το όνομα της οικογένειας Βερροιώτη κυριαρχεί.

2. Η γιαγιά Κυριακή μιλούσε και τούρκικα, εγώ δεν καταλάβαινα λέξη. Στα τελευταία της κατοικούσε στην εκκλησία. Όταν ήθελα χαρτζιλίκι, πήγαινα στον Άγιο Νικόλαο.. Καθόταν πάντα στο στασίδι της –δωρεά της οικογένειας –πρώτο δεξιά στον γυναικωνίτη. «Ας’ κλουσούν γιαβρούμ» μου έλεγε ψιθυριστά και προσπαθώντας να βγάλει το κομπόδεμα απ’ τα μακριά φουστάνια της άκουγα το στρασίδι να τρίζει.

3. Η μητέρα καταλάβαινε τα τούρκικα, όμως δεν τα μιλούσε. Σε όσους μπορούσε τους επέβαλλε και έβγαζαν τα παπούτσια τους στην εξώπορτα. Ο μόνος που έμπαινε στο σπίτι επιδεικτικά παπουτσωμένος ήταν ο πατέρας. “Πάλι τζαμί το έκανες”, έλεγε στη μάνα μου.

4. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού έπρεπε να κοιμάμαι. Εγώ όμως όταν ησύχαζε το σπίτι, έβγαινα στη σάλα. Απέναντι ήταν η κλειστή πόρτα του δωματίου των γονιών. Έβλεπα τις πατημένες παντόφλες της μάνας και τα καφέ τρυπητά παπούτσια του πατέρα, δίπλα δίπλα, με τις μύτες να κοιτάνε την κλειστή πόρτα. Ένα γλυκό συναίσθημα διαπερνούσε το κάτω μέρος της κοιλιάς μου.σαν χιλιάδες μυρμήγκια να περπατούσαν ανάμεσα στα πόδια μου, και κοκκίνιζα μόνος μου. Το ίδιο ένιωθα όταν παλεύαμε με την μικρή νοικάρισσα μας, την Ελπίδα.

5. Το δωμάτιο της εφηβείας μου ήταν το πρώην δωμάτιο της γιαγιάς. Πάνω στο τζάκι νύχτα μέρα έκαιγε ένα καντήλι, που φώτιζε μια εικόνα το Αϊ Νικόλα μαυρισμένη απ’ την κάπνα. Τα βράδια, πριν κοιμηθώ, με το φως του καντηλιού μετρούσα του ρόζους στο ξύλινο ταβάνι και θυμόμουνα τη γιαγιά που έλεγε: «καίει για ζώντες και κεκοιμημένους».

6. Ήταν το 1967, ήμουν 10 χρονών, ο θείος Τζώρτζης με πήρε μαζί του στο Άγιον Όρος. Περπατούσαμε μέσα στις καρυδιές ώρα πολλή. Μεσημέρι καλοκαιριού, ο ήλιος έτσουζε το δέρμα μου. Τέλος, φτάσαμε σε ένα καλύβι, ένα μικρό δωμάτιο όλο κι όλο, στου παπα- Τύχωνα. Διψούσα. Ένας καλόγερος με λευκά και μακριά γένια καθόταν δίπλα σ’ ένα ξύλινο τραπέζι. Ο θείος Τζώρτζης γονάτισε και του φίλησε το χέρι, εγώ όχι. Αυτός σηκώθηκε αργά, πήρε μια εμαγέ κτυπημένη κανάτα κι ένα σιδερένιο ποτήρι, το γέμισε νερό και μου το έδωσε να πιω. Εγώ σιχάθηκα, είπα «όχι, δεν θέλω». Το έδωσε στον θείο μου. Αυτός το ήπιε όλο και έβαλε και δεύτερο. Οι τοίχοι του κελιού είχαν ένα παράξενο λουλακί χρώμα – ακόμα το θυμάμαι. Το φως έμπαινε απ΄το μοναδικό παράθυρο και την ανοιχτή πόρτα, που έδειχνε τη γαλάζια θάλασσα. Ένα χρόνο μετά, ο θείος μου είπε πως ο παπα-Τύχωνας απεδήμησεν εις Κύριον. Ήταν ασκητής, ανακηρύχθηκε όσιος. Ακόμα θυμάμαι το γαλάζιο παράξενο φως απ΄το πετρόκτιστο καλύβι του. Όταν είχαμε πάει εκεί, δεν μας μίλησε καθόλου, είχε κάνει όρκο σιωπής.

7. Μεγάλος πια, φοιτητής, πήγα στο Σαμψί , στη Θράκη, στο σπίτι του Θανάση. Φοιτητής οικονομικών αυτός. Φτάσαμε απόγευμα στο σπίτι του. Στο διπλανό, μεσοτοιχία, καθόταν ο Μουσταφάς, φίλος του, Τούρκος. Στο κοινό μπαλκόνι, που χωρίζονταν απ΄ένα πεζούλι κοντό, είδα μια θάλασσα παπουτσιών. Ο Μουσταφάς είχε έξι αδέρφια μικρότερα. Στου Θανάση υπήρχαν έξω απ΄την πόρτα τρία ζευγάρια: δύο γυναικεία, ένα ανδρικό. Αφήσαμε κι εμείς τα δικά μας και μπήκαμε μέσα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο, φάγαμε. Ένας μουεζίνης άρχισε να ψέλνει απ’ το διπλανό τζαμί, ύστερα χτύπησαν οι καμπάνες απ’ τον Άγιο Νεκτάριο. Το βράδυ πήγαμε δίπλα, στου Μουσταφά – φοιτητής στην Ανδριανούπολη αυτός. Σε μια γωνία δίπλα στο τζάκι είδα την εικόνα του Άγιου Νεκτάριουκαι μπροστά ένα καντήλι να καίει. Όταν τον ρώτησα, μου είπε ο Μουσταφά: «ο Άγιος Νεκτάριος είναι θαυματουργός, έσωσε τον αδερφό μου».

8. Συμμετείχα, το 1989, στην 2η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης. Ο φίλος μου, ζωγράφος, Serhat Kiraz με βοηθούσε στο στήσιμο του έργου μου με τίτλο: ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ ψηλά στο Πανεπιστήμιο Γκιλντιζ με θέα το Βοσπόρο. Με ρώτησε τι σημαίνει η φράση. Του το εξήγησα. «έχουμε το ιδιό κι έμεις, οι Σουφήδες», μου είπε. «Αυτή η θάλασσα μας ενώνει», συμπλήρωσε και κοίταξε προς το Βόσπορο.

9. Ετοίμαζα το έργο για την έκθεση Σύνοψις 2: Θεολογίες. Εκείνη την εποχή μελετούσα τη «Φιλοκαλία» και χιλιάδες ιδέες συνωθούνταν στο μυαλό μου, χωρίς να βρίσκουν μορφή. Ένα κείμενο που μετάφρασε και σχολίασε στο περιοδικό Σπείρα ο Αντρέας Μπελεζίνης έπαιξε τον καταλυτικό ρόλο. Οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες που ακολούθησαν ήταν «αποκαλυπτικές»: μου έδωσαν κατεύθυνση πλεύσης, ξεκαθάρισαν το θολό τοπίο στο μυαλό μου. Αυτός, ο γνώστης της καθ’ ημάς Μυστικής Θεολογίας, άθελά του ίσως, με σύστησε με το κείμενο Θείων ύμνων έρωτες, Λόγος ΙΕ’ του Συμεών, του Νέου Θεολόγου, και ο δεύτερος με οδήγησε βαθιά μέσα μου. Εικόνες βιωμένες στο παρελθόν, κείμενα που είχα αγαπήσει και τα είχα σκεπάσει η λήθη, αισθήσεις, μυρωδιές, ήχοι άρχισαν να αναδύονται στην επιφάνεια. Πράγματα που ξέβρασε η μέσα μου θάλασσα. Το έργο λοιπόν για την έκθεση Σύνοψις 2: Θεολογίες είχε αφετηρία και πήρε την πορεία του απ’ αυτές τις «τυχαίες» γνωριμίες με ανθρώπους και κείμενα. Το ένιωσα σαν ένα καινούργιο ρούχο, που ήταν ακριβώς στα μέτρα μου και το ντύθηκα αμέσως.

ΕΠΊΛΟΓΟΣ

   Στα πρώτα μου βήματα πίστευα στο χάρισμα που μου έδινε τη δυνατότητα να δημιουργώ εικόνες απ’ το μηδέν, απ’το τίποτα. Πίστευα πως αντλούσα απ’αυτά που γνώριζα. Τότε θεωρούσα τη μνήμη μόνο δική μου, κτήμα μου, βαλίτσα του ταξιδιού μου. Αργότερα πίστεψα πως αντλώ εικόνες απ’αυτά που έψαχνα να βρω, και η μνήμη ήταν τα καινούργια τοπία που ανακάλυπτε η φαντασία μου. Τώρα, στα σαράντα πέντε μου, πιστεύω πως αντλώ εικόνες απ’αυτά που δεν ξέρω, απ΄τη βεβαιότητα της άγνοιά μου, απ΄αυτά που πάντα μου διαφεύγουν. Και η μνήμη τώρα νομίζω πως ανήκει στους άλλους, σ΄αυτούς που συναναστρέφομαι, σ’ αυτούς που αγαπώ. Αφήνομαι πιο εύκολα – χωρίς φόβο – στις άναρθρες φωνές της συγκίνησης, στο «άσχημο» των αισθήσεων και, τέλος, στη βεβαιότητα ότι η ίδια η ζωή βάζει μπροστά στα μάτια σου το επόμενο βήμα.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ Ιούνιος – Ιούλιος 2002