Το τεκμήριο του συναισθήματος.

  Ο Μάριος Σπηλιόπουλος παρουσίασε το φθινόπωρο του 2008 στο παλιό ελαιουργείο και Σαπωνοποιείο της Ελευσίνας την εγκατάσταση του Ανθρώπων Ίχνη. Εκεί αποπειράθηκε μια συνολική αναβίωση της συλλογικής μνήμης του χώρου και μία διαχρονική σύζευξη του μυθολογικού με το πρόσφατο βιομηχανικό παρελθόν. Για την 2η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης εργάστηκε πάνω στην ίδια ιδέα παρουσιάζοντας τα ίχνη των ανθρώπων στην Θεσσαλονίκη, πόλη με την οποία τον συνδέουν προσωπικοί δεσμοί. Η εγκατάσταση του έχει μορφή μιας μνημονικής διαδρομής με άξονα τις συναντήσεις και μαρτυρίων ανθρώπων που ζουν στην πόλη και δέχτηκαν να κάνουν μαζί του αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας.

  Στην διαδρομή αυτή ξεδιπλώνονται πολλαπλά στρώματα της πολιτισμικής ιστορίας της πόλης και τονίζεται η ανάγκη της ιστορικής γνώσης με παρεμβάσεις σε μνημεία. Ο καλλιτέχνης υιοθετεί το ρόλο του συντονιστή ή εμψυχωτή του όλου εγχειρήματος αναιρώντας έμπρακτα την απόλυτη διάκριση παραγωγού – αποδέκτη του έργου τέχνης και αξιοποιώντας – θα συμπλήρωνα – τα σύγχρονα μεθοδολογικά εργαλεία του ιστορικού, για τον οποίο δεν υφίσταται αξιολογική διαφορά μεταξύ πολύτιμου και ευτελούς υλικού τεκμηρίου στην ερμηνεία του ιστορικού παρελθόντος. Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν ορισμένα μόνο από τα συναισθηματικά τεκμήρια που επιστρατεύονται ως μέσα ανάσυρσις πολλαπλών εκδοχών της συλλογικής μνήμης.

  Ιδώμενη απ’ αυτή τη σκοπιά, η δουλειά του Μάριου Σπηλιόπουλου συνομιλεί με την σύγχρονη ιστορική κατεύθυνση ανάδειξης της υποκειμενικότητας και αναζήτησης διαφορετικών μνημοτεχνικών πρακτικών που αντιπαρατίθεται ή συμπληρώνει την επίσημα καταγεγραμμένη ιστορική μνήμη. Το βιωμάτων ομάδων είναι αυτό που προκρίνεται σε μία προσπάθεια ανάγνωσης της ιστορίας «από κάτω» , επιστημολογική κατεύθυνση που ανάγεται στην κοινωνική και πολιτική έκρηξη των γεγονότων του ’68 και την συνακόλουθη ανάδυση νέων υποκειμένων στο προσκήνιο της πολιτικής δράσης κατά την δεκαετία του ’70 (γυναίκες, έγχρωμοι, φοιτητές, εργάτες, ομοφυλόφιλοι). Ο λόγος, οι χειρονομίες, οι τελετουργίες της καθημερινότητας και των επετειακών εορτασμών αποκτούν εξίσου σημαντική θέση με τα «μεγάλα γεγονότα» στο πλαίσιο της αυτοβιογραφικής αφήγησης, ικανοποιώντας μ’ αυτό τον τρόπο το αίτημα καταπιεσμένων ή λησμονημένων κοινωνικών ομάδων να αρθρώσουν το δικό τους εναλλακτικό λόγο, διαρρηγνύοντας τη συνεχή κανονικότητα της καθιερωμένης ιστορικής αφήγησης.

  Και καθώς «η μνήμη δεν συνδέεται γνωσιακά με το παρελθόν αλλά συγκινησιακά», η εγκατάσταση του Μάριου Σπηλιόπουλου εμπερικλείει και διαχέει γενναιόδωρα τη συγκινησιακή φόρτιση των ανθρώπων, μέσα από τις αφηγήσεις των οποίων επανακτούμε τη βιωμένη σχέση με το παρελθόν. Η μεταστροφή του βλέμματος από τα μεγάλα στα μικρά και καθημερινά συνδέεται οργανικά με την επανένταξη του καλλιτέχνη σε όρους συν – δημιουργίας: «Είμαστε όλοι φωνές πολλών ανθρώπων» αποφαίνεται ο Μάριος Σπηλιόπουλος, υπηρετώντας με το έργο του το αίτημα επανασύνδεσης της τέχνης με την πράξη της ζωής.

ΣΥΡΑΓΩ ΤΣΙΑΡΑ