ΘΕΩΝΥΜΙΑ + «ΓΡΑΜΜΑΤΑ», 2013, εγκατάσταση.

Ημερολόγιο Καταστρώματος

Σκέψεις,σχέδια προετοιμασίας.

  • Οίκος του Θεού είναι κάθε τόπος όπου αντηχούν τα ονόματα του Θεού. Αυτός που θαυμάζει το μεγαλείο του κόσμου που τον υπερβαίνει, αυτός που θεωρεί εν απορία και εν αδυναμία την απεραντοσύνη της θάλασσας, και τις αρίφνητες δυνάμεις της Φύσης- Κτίσης, αυτός μόνο μπορεί να βαφτίσει τον Θεό με τη δική του ταυτότητα. Να του δώσει το όνομα που η δική του συνείδηση υπαγορεύει, αφήνοντας το σαν ίχνος της «αδιανόητης» (συν)εύρεσης μαζί του.

  • «ΘΕΩΝΥΜΙΑ»- επίθετα για τον Θεό – ερανισμένα από το σύνολο της ελληνικής γραμματολογίας (Ομηρικά  Έπη, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, εκκλησιαστική υμνογραφία, πατερικά κείμενα κ.α). Τα «700 ονόματα του Θεού» τα συλλέγει ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρις (1225-1258), ως επιτομή νοημάτων  και πραγμάτων της από κτίσεως κόσμου μέχρι συντέλειας του αιώνος, ιστορίας των ανθρωπίνων». Περιέχονται στον «Λόγο Τέταρτο περί Θεωνυμίας», από τους οκτώ του θεολογικού του έργου, περί της του Θεού Σοφίας.

  • Το υπέροχο  αυτό, «ποίημα» με τον εσωτερικό ρυθμό, τη μουσικότητα και τη μεταφυσική του θερμοκρασία, γίνεται το αγαπημένο λογοτεχνικό ανάγνωσμα · χαρισμένο σε μένα , τον « παράφορο κοσμικό», από τον πρώην συμμαθητή μου, μοναχό Ισίδωρο και κατά κόσμο Γιώργο, το δύσκολο καλοκαίρι του ΄94, τη χρονιά που πέθανε η μητέρα μου.

  • Τα «ΘΕΩΝΥΜΙΑ» γίνονται το έργο μου – εγκατάσταση «Τα 700 ονόματα του Θεού» με το οποίο συμμετέχω στη μεγάλη έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, «ΣΥΝΟΨΙΣ 2: ΘΕΟΛΟΓΙΕΣ» (2002).

  • Κατασκευάζω, τότε, το 2002, ένα παραλληλεπίπεδο χώρο 11x4x3,20 μ. ακριβώς στις ίδιες διαστάσεις με το καθιστικό του πατρικού μου σπιτιού στον Πολύγυρο. Σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε η μητέρα μου και εγώ... Στους τοίχους των δύο μεγάλων πλευρών γράφω με το δικό μου γραφικό χαρακτήρα, απνευστί με κόπο, ένα είδος πνευματικής και σωματικής άσκησης, τα 700 ονόματα του Θεού ( το εγχείρημα κράτησε 26 ώρες και βιντεοσκοπήθηκε με σταθερή κάμερα). Στο χώρο ακούγεται ο φυσικός ήχος της βιντεοσκοπημένης θάλασσας και η δική μου φωνή που διαβάζει τα θεωνύμια στο ρυθμό του παφλασμού των κυμάτων...

  • Το 2003, έρχεται η πρόσκληση για τη συμμετοχή μου στην Έκθεση «Ναυτίλος: Ταξιδεύοντας την Ελλάδα» στις Βρυξέλλες. Στο χώρο που  μου παραχωρήθηκε με διαστάσεις 11x3x3,20 μ. – τι σύμπτωσή!! – θα κάνω τη σύζευξη των «700 ονομάτων του Θεού» και των Γραμμάτων της Σύρου, που αντικατοπτρίζουν την ανάγκη των ανθρώπων να εκφράσουν τις ευχαριστίες τους στο θείο.

  • Μαθαίνω για τα «Γράμματα» της Σύρου από το βιβλίο του Τέο Ρόμβου, «Ίχνη», το 2004. Αμέσως κάνω τη σύνδεση των Θεωνυμίων του Λάσκαρι με τα «ίχνη» των ανθρώπων πάνω στους βράχους του απάνεμου όρμου των γραμμάτων. Ο λόγιος Αυτοκράτορας, το 13 ο αι. μ.Χ., συλλέγει τα επίθετα του Θεού μέσα από το σώμα της αδιάκοπης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας. Και σήμερα ο Τ.Ρόμβος με την καταγραφή των χαραγμένων παρακλήσεων και ευχών – ίχνη ανθρώπων – φανερώνει την εξέλιξη της θρησκευτικής λατρείας του Αιγαιοπελαγίτικου Πολιτισμού.

  • Θα γράψω ξανά στους τοίχους με το χέρι τα ΘΕΩΝΥΜΙΑ. Ανάμεσα τους θα παρατεθούν - με την λογική του παλίμψηστου – οι «επιγραφές» των «Γραμμάτων» της Σύρου.

  • Ο ευκτήριος οίκος που «κτίζω», τώρα, είναι ένας εννοιολογικός «ου τόπος», οπού ο θεός επανεγκαθίσταται μέσα από την ποιητική ονοματοθεσία του Δούκα Λάσκαρι και τις χαραγμένες στην πέτρα των «Γραμμάτων» παρακλήσεις και ευχές των θαλασσοδαρμένων ναυτικών του Αιγαίου ανά τους αιώνες. Σε αυτή την αρχέτυπη εκκλησία ο Θεός αναβαπτίζεται, κατά την επιθυμία και συνείδηση του επισκέπτη – θεατή. Τα «Γράμματα» της Σύρου και τα πολυάριθμα ελληνικά επίθετα του θεού τα ξαναγράφω – τα αντιγράφω – τα ξαναδιαβάζω ως αισθητά όρια ενός ιδιότυπου μινιμαλιστικού ναού.

  • Ο μεταμοντέρνος Θεός της νεοτερικής καθημερινότητας, τη στιγμή που το ιερό ως πολιτισμική ανάγκη έχει εκλείψει, αποτελεί μόνο μια πολιτιστική μνήμη που προστίθεται στην αρχέγονη. Και το σπίτι του Θεού υπάρχει μόνο ως Μουσείο. Στο ναό των Θεωνύμιων  και των «Γραμμάτων»  καλώ τον επισκέπτη-θεατή  να  πάρει  μέρος  στην απελπισμένη τελετουργία που αντιστέκεται στη σύγχρονη απώλεια του Ιερού.

Μάριος Σπηλιόπουλος